Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

3 ειδικοί δίνουν λύσεις για γρηγορότερο μεταβολισμό


Υπάρχουν φάρμακα που αυξάνουν τις καύσεις; Γιατί «κολλάει» η ζυγαριά όταν κάνουμε δίαιτα; Από τι εξαρτάται ο ρυθμός του μεταβολισμού και πώς μπορούμε να τον επιταχύνουμε; Είναι στο χέρι μας να αυξήσουμε τις καύσεις του οργανισμού μας ή μήπως πρέπει να αποδεχθούμε ότι στα γονίδια που κληρονομήσαμε από τους γονείς μας δεν συμπεριλαμβάνονται εκείνα που «επιταχύνουν» τον ρυθμό των καύσεων; Ποια είναι η επίδραση της άσκησης και ποια της διατροφής στον ρυθμό του μεταβολισμού; Ένας ενδοκρινολόγος, μία διαιτολόγος και ένας γυμναστής μάς αποκαλύπτουν τα μυστικά του. 

Ο ενδοκρινολόγος Η ρύθμιση του μεταβολισμού είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, γι’ αυτό και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ένα φάρμακο που θα την επιτυγχάνει, ενώ όσα κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει έχουν μικρή αποτελεσματικότητα και σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες, επισημαίνει ο ενδοκρινολόγος κ. Γεώργιος Τροβάς από το Εργαστήριο Έρευνας Μυοσκελετικών Παθήσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρέπει να τονιστεί ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες -γενετικοί και περιβαλλοντικοί- που καθορίζουν τον ρυθμό του μεταβολισμού, γι’ αυτό και δύο άνθρωποι ίδιου βάρους και ύψους δεν κάνουν τις ίδιες καύσεις. Όσον αφορά τις ορμονικές παθήσεις που επηρεάζουν τον μεταβολισμό, οι συνηθέστερες αφορούν τον θυρεοειδή αδένα. Όταν υπερλειτουργεί, ο μεταβολισμός είναι πολύ γρήγορος και χάνεται βάρος, προερχόμενο κυρίως από τον μυϊκό ιστό, ενώ όταν υπολειτουργεί, τότε ο ρυθμός του μεταβολισμού επιβραδύνεται, με συνέπεια την αύξηση του βάρους - αν και το πρόβλημα δεν είναι έντονο στις ήπιες περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού. Μια ακόμη κατάσταση που επιβραδύνει τον μεταβολισμό είναι η μείωση των οιστρογόνων στην εμμηνόπαυση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην πρόσληψη 5-10 κιλών και σε αύξηση του σπλαχνικού λίπους. Οι γυναίκες ταλαιπωρούνται δύο έως τρεις φορές συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες από ορμονικά προβλήματα που επηρεάζουν τον μεταβολισμό, κυρίως μετά την ηλικία των 50 ετών. Σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας μπορεί να προκληθεί διαταραχή του μεταβολισμού όταν συνυπάρχει το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών. Το βάρος μπορεί να αυξηθεί και από ορμονικές διαταραχές που σχετίζονται με την έλλειψη τεστοστερόνης στους άνδρες (υπογοναδισμός) ή με την αύξηση της κορτιζόλης (παθήσεις των επινεφριδίων ή της υπόφυσης). Η κατάλληλη αντιμετώπιση των παραπάνω ορμονικών παθήσεων οδηγεί μεταξύ άλλων και σε εξισορρόπηση του μεταβολισμού. 

Η διαιτολόγος Ο μεταβολισμός αφορά το σύνολο των διεργασιών που πραγματοποιούνται στο σώμα μας με σκοπό είτε την αποθήκευση ενέργειας (αναβολισμός) είτε τη διάσπαση ουσιών και την παραγωγή ενέργειας (καταβολισμός). Στην καθομιλουμένη η λέξη μεταβολισμός χρησιμοποιείται για να περιγραφεί η ικανότητα του οργανισμού μας να «καίει» θερμίδες, εξηγεί η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος κ. Κωσταλένια Καλλιανιώτη. Με τη διατροφή αυτό που μπορούμε να επιτύχουμε είναι να ρυθμίσουμε τον μεταβολισμό μας στην καλύτερη δυνατή «ταχύτητα», ώστε το σώμα μας να καίει το μέγιστο των θερμίδων που μπορεί. Είναι σημαντικό όμως να γνωρίζουμε ότι ο μεταβολισμός μας έχει την ιδιότητα να προσαρμόζεται. Όταν, δηλαδή, τρεφόμαστε συστηματικά λιγότερο, τότε το σώμα μας μαθαίνει να συντηρείται με λιγότερες θερμίδες και έτσι η απώλεια βάρους περιορίζεται. Πρόκειται για το γνωστό «κόλλημα» της ζυγαριάς, που παρατηρείται στη δίαιτα όταν μετά την αρχική απώλεια βάρους τα κιλά χάνονται δυσκολότερα. Για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα και να αναζωογονήσουμε τον ταλαιπωρημένο μας μεταβολισμό, απαιτούνται μικρά, συχνά, καθώς και υγιεινά γεύματα, που διατηρούν τη «μηχανή» του μεταβολισμού ενεργή. Επιπλέον, τρόφιμα όπως η καυτερή πιπεριά, το πράσινο τσάι και ο καφές έχουν τη φήμη ότι αυξάνουν τις καύσεις, ωστόσο η επίδραση που έχουν στον μεταβολισμό φαίνεται πως είναι μικρή. Είναι σημαντικό όμως να τονίσουμε ότι η σωστή διατροφή δεν οδηγεί σε μεγάλη αύξηση των καύσεων. Εάν θέλουμε να κάνουμε περισσότερες καύσεις, πρέπει να βάλουμε και τη γυμναστική στο πρόγραμμα. Ένας μύθος που παιδεύει πολλούς είναι ότι πρέπει πρώτα να χάσουμε βάρος και μετά να αθληθούμε. Η αλήθεια είναι ότι τα καλύτερα αποτελέσματα τα επιτυγχάνουμε με τον συνδυασμό σωστής διατροφής και άσκησης. 

Ο γυμναστής H άσκηση αποτελεί τον πυρήνα ενεργοποίησης του μεταβολισμού, αφού ενδυναμώνει το μυϊκό, καρδιοαναπνευστικό και ενδοκρινικό σύστημα, εξηγεί ο κ. Εμμανουήλ Μαθιουλάκης, γυμναστής, εργοφυσιολόγος (CEP) και ειδικός κινησιολόγος (ΜSc). Ο κύριος στόχος της ενεργοποίησης του μεταβολισμού είναι η δημιουργία μυϊκού ιστού, που αυξάνει τον ρυθμό κατανάλωσης θερμίδων σε κατάσταση ηρεμίας. Η αύξηση του όγκου των μυϊκών ινών επιτυγχάνεται με τη βοήθεια των ασκήσεων με αντιστάσεις (π.χ. βάρη, λάστιχα, ασκήσεις με το βάρος του σώματος). Αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεται στους μυς ένα επαναλαμβανόμενο αλλά διαφορετικό ερέθισμα, είτε κάθε φορά είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Μπορούμε, λόγου χάρη, αρχικά να κάνουμε ασκήσεις με βάρη και μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα να ακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα με λάστιχα. Μια άλλη εκδοχή θα ήταν να υπάρξει ένας συνδυασμός ελεύθερων βαρών και λάστιχων στο ίδιο πρόγραμμα. Πέραν των ασκήσεων με αντιστάσεις, υπάρχει και κάτι ακόμα που αυξάνει τις καύσεις. Πρόκειται για την αεροβική άσκηση (περπάτημα, ποδήλατο, τρέξιμο, κολύμπι). Η αεροβική άσκηση βελτιώνει το καρδιαγγειακό σύστημα, ενισχύοντας τη ροή του αίματος στις «μηχανές καύσης», που είναι οι μύες. Ταυτόχρονα αναπτύσσει το πνευμονικό σύστημα. Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι η βελτίωση του μεταβολικού ρυθμού επιτυγχάνεται και με τη διαλειμματική άσκηση, όπου εναλλάσσονται διαστήματα προσπάθειας σε υψηλή και χαμηλή ένταση. Μπορούμε π.χ. αντί να περπατήσουμε 1.000 μ., να τρέξουμε 50 μ. με γρήγορο ρυθμό, να περπατήσουμε χαλαρά για 20 μ., να κάνουμε χαλαρό τζόγκινγκ για 30 μ. και να συνεχίσουμε αυτές τις εναλλαγές. 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΝ κ. ΓΕΩΡΓΙΟ ΤΡΟΒΑ, ενδοκρινολόγο από το Εργαστήριο Έρευνας Μυοσκελετικών Παθήσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, την κ.ΚΩΣΤΑΛΕΝΙΑ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΗ, κλινική διαιτολόγο-διατροφολόγο, και τον κ.ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΑΘΙΟΥΛΑΚΗ, γυμναστή, εργοφυσιολόγο (CEP) και ειδικό κινησιολόγο (ΜSc).
via